Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

~Στο κατάστημα του Θεού~


~Στο κατάστημα του Θεού~
Μια γυναίκα μπήκε σ’ ένα κατάστημα και με έκπληξη είδε πως πίσω από τον πάγκο στέκεται ο ίδιος ο Θεός. – Κύριε! Είσαι Εσύ; φώναξε η γυναίκα με χαρά. – Ναι, είμαι Εγώ, απάντησε ο Θεός. – Και τι μπορώ ν’ αγοράσω στο δικό Σου κατάστημα; ρώτησε η γυναίκα. – Στο δικό μου κατάστημα μπορείς ν’ αγοράσεις ότι θέλεις, ήταν η απάντηση. – Τότε, Σε παρακαλώ, φέρε μου υγεία, ευτυχία, αγάπη, επιτυχία και πολλά λεφτά. Ο Θεός χαμογέλασε με ευμένεια και πήγε στην αποθήκη για την παραγγελία. Σε λίγο επέστρεψε με ένα μικρό κουτάκι. – Εδώ είναι όλα; φώναξε η έκπληκτη και απογοητευμένη γυναίκα. – Ναι, απάντησε ο Θεός, δεν ήξερες, ότι στο δικό Μου κατάστημα πουλιούνται μόνο σπόροι; ~Έντονη ντε Μέλο~

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο παπα-Φώτης...(Απόσπασμα απο το Χριστός ξανασταυρώνεται του Ν Καζαντζάκη


Ο παπα-Φώτης αναστέναξε...πικρή, σαρκαστικιά ακούστηκε τώρα η φωνή του: _Κινήσαμε εφτά κατσικοκλέφτες για αυτοκρατορία...Ανάθεμα το Κράτος, παιδιά μου, ανάθεμάτο...αυτό θα φάει το Έθνος, είπε και σώπασε πάλι. Μα γρήγορα κούνησε το χέρι, σα να πετούσε πίσω του την εθνικιά τούτη ντροπή, κι εξακολούθησε : _Ας έρθουμε στις δικές μου κουτουράδες..η Ελλάδα είναι αθάνατη, μπορεί να κάνει και κουτουράδες, έχει τον καιρό μπροστάτης να τις μπαλώσει, μα εγώ, το εφήμερο σκουλικάκι; Να μη σας τα πολυλογώ, μια μέρα που τριγυρνούσα στον Πειραιά, με τρύπια τσαρούχια, με αδειανή κοιλιά, ελεεινός και ζαρωμένος, σα φούσκα που ξεφούσκωσε, και ζητώντας κανένα καίκι να γυρίσω στην Αρτάκη, να σου και βλέπω να ξεμπαρκάρουν από ένα καίκι οβραίικες φαμίλιες που έρχονταν διωγμένες απ΄το Βόλο. Εγώ, παπαδόσογο όπως ήμουν, δεν μπορούσα ποτέ να δω Οβραίο χωρίς να θυμηθώ πως αυτοί σταύρωσαν το Χριστό, και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι μου.Κι όμως στάθηκα τη μέρα εκείνη στο μόλο κι έκανα χάζι τους Οβραίους...μύτες μεγάλες, καμπουρωτές, αριά και κόκκινα γενάκια, μάτια φουσκωμένα και ξινά, μακριές πρασινισμένες ρεντικότες, φώναζαν όλοι μαζί,σπρώχναν, σπρωχντουνταν, πάλευαν ποιος θα πρωτοβγεί. Όπου άξαφνα, φωνή σπαραχτικιά, μια Οβραιοπούλα γλίστρηξε,έπεσε στην θάλασσα και βούλιαξε στον πάτο...κανένας δεν χύθηκε να την γλιτώσει ... Δε βάσταξα..άνθρωπος είναι, συλλογίστηκα, κι αν κι Οβραία, ψυχή έχει...βούτηξα όπως ήμουν, την άρπαξα από τα μαλλιά και την τράβηξα στο μόλο. Έπεσαν απάνω της οι γυναίκες , την έτριβαν να συνηφέρει, κι εγώ στέκουμουν στον ήλιο να στεγνώσω και την κοίταζα..κοκκινοτρίχα, καμπουρομύτα,βλογιοκομμένη...μα όταν άνοιξε τα μεγάλα γαλαζοπράσινα μάτια και με κοίταξε, και της είπαν πως σε μένα χρωστάει την ζωή της......τρόμαξα...σα να έπεφτα εγώ σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα και πνίγουμουν..... έκαμα μια καλή πράξη, έτσι μου φάνηκε, έσωσα έναν άνθρωπο, και από την στιγμή εκείνη πήρα ίσια γραμμή κατά την Κόλαση......................................................... __Ως τότε δεν είχα μαγαρίσει με γυναίκα..είστε νεώτεροι μου, ντρέπουμε να στορώ μπροστά σας την αμαρτία της σάρκας..τούτο μονάχα..αμάρτησα με την κοπέλα αυτή, και από την στιγμή εκείνη ο κόσμος άλλαξε γέψη, το νερό, το κρασί,το ψωμί,η μέρα,η νύχτα, πήραν καινούρια ουσία, ο Θεός αφανίστηκε και μαζί του αφανίστηκαν κι ο πατέρας μου, η μάνα μου,η αρετή και η ελπίδα......................................................................... _ Και μια μέρα, σας το χω πει , είχαμε πάει σ ένα χωριουδάκι, όπου είχαμε φίλους, να γιορτάσουμε την Ανάσταση..μαζί μου και η Οβραία. Τρώγαμε και πίναμε μέσα στα περιβόλια, πήρα το μαχαίρι να λιανίσω το αρνί και φώναξα χωρατεύοντας......""Να είχα τώρα έναν παπά , θα τον έσφαζα""__Να ένας πίσω σου!! μου φώναξαν από την διπλανή παρέα...Στράφηκα, είδα ένα, παπά, χύθηκα απάνω του και τον έσφαξα...γιατί;; γιατί ήταν μαζί μου η Οβραία και ντράπηκα να φανώ μπροστά της μπόσικος.........

"— Ἔ, παππού, τοῦ κάνω, μαθαίνω πὼς εἶσαι ἑκατὸ χρονῶν· δὲ μοῦ λές, πῶς σοῦ φάνηκε τὰ ἑκατὸ ἐτοῦτα χρόνια ἡ ζωή; Σήκωσε τὰ κοκκινισμένα ἀτσίνουρα μάτια: — Σὰν ἕνα ποτήρι κρύο νερό, παιδί μου.......... — Καὶ διψᾶς ἀκόμα, παππού; Σήκωσε ἀψηλὰ τὸ χέρι, σὰν νὰ καταριόταν: — Ἀνάθεμά τον ποὺ ξεδίψασε! εἶπε." (Νίκου Καζαντζάκη, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ)

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Ο παπα-Φώτης...(Απόσπασμα απο το Χριστός ξανασταυρώνεται του Ν Καζαντζάκη


Και η φωνή του παπα-Φώτη ακούστηκε σιγανή,σοβαρή, όλο τρυφερότητα: Παιδιά μου, σα νυχτολούλουδο μου φαίνεται κάποτε η ψυχή του ανθρώπου...όλη μέρα είναι κλεισμένη,κι όταν πέσει η νύχτα, ξεθαρρεύεται κι ανοίγει.Γι αυτό κι απόψε, έτσι που σας νιώθω κοντά μου, μέσα στο σκοτάδι, νογώ την ψυχή μου ν ανοίγει...μια φορά στο βουνό του Μανολιού , σας είχα υποσχεθεί, το θυμάστε, πως κάποτε θα σας εξομολογηθώ κι εγώ την ζωή μου, γιατί ντρέπουμε να σκύβετε να μου φιλάτε το χέρι και να μη ξέρετε ποιος είμαι και τι χέρι φιλάτε... _Κι εμάς οι ψυχές μας απόψε είναι ανοιγμένες γέροντα μου, είπε ο Μανολιός συγκινημένος..ακούμε..... _ Είναι ένα χωριό στην Προποντίδα, αντίκρα στη Βασιλεύουσα, άρχισε ο παπα-Φώτης με συρτή, υπομονετικιά φωνή, σα να δηγόταν παραμύθι, είναι ένα χωριό μικρό,χαριτωμένο, γεμάτο κήπους, στην άκρα της θάλασσας, και το λένε Αρτάκη. Εκεί γεννήθηκα. Παπάς ήταν ο πατέρας μου, αυστηρός, λιγομίλητος,άγριος..σαν τους ασκητές που βλέπουμε σε παλιές εκκλησίες, ζωγραφισμένους στους τοίχους.Παπάς ήταν ο πατέρας μου, παπάς κι ο παππούς μου, παπά ήθελαν να με κάνουν και μένα.Μα εγώ μέσα μου δεν ήθελα..εγώ λατάριζα ταξίδια και εμπόρια, να γεμίσω τα σεντούκια μου με χρυσάφι, ν αγοράσω τουφέκια, ν αρματώσω ανθρώπους και να λευτερώσω την Αρτάκη από τον Τούρκο. Είχα, βλέπετε, γεννηθεί αντάρτης, και το μυαλό μου ήταν γεμάτο αγέρα.Όμως φοβόμουν τον πατέρα μου, άλλον άνθρωπο στην ζωή μου δεν φοβήθηκα..τον φοβόμουν και πήγαινα ταχτικά στο σχολειό κι ήμουν ο καλύτερος μαθητής, όχι από αγάπη αλλά από φόβο..κι όταν έβγαλα το το σχολειό της Αρτάκης,η συγχωρεμένη η μάνα μου-άγια γυναίκα- ετοίμασε το μπαούλο μου..έβαλε μέσα τ ασπρόρουχά μου, ένα κόνισμα της Βάφτισης του Χριστού, παξιμάδι,φουντούκια, σταφίδες και ξερά σύκα πασπαλισμένα με σουσάμι, και μ έστειλαν στην Πόλη, στη Θεολογική σχολή. Μα που υπομονή, που αγάπη στο Θεό, να στρωθώ στη θεολογία!! Εγώ ήμουν αντάρτης, πήγαινα απάνω κάτω στην Πόλη, σα δαιμονισμένος, τα μάτια μου σάστιζαν από την ομορφιά της..κι ένα μονάχα είχα στον νου μου:πως θα ελευθερωθούν τα άγια αυτά χώματα και τα άγια αυτά νερά από τον Τούρκο.....Όπου μια μέρα, να,ξεσπάει ο καταραμένος πόλεμος του 97. Κόρωσε το μυαλό μου..να η στιγμή, φώναξα, να διώξουμε τον Τούρκο ως την Κόκκινη μηλιά! Κατάφερα , μπήκα κρυφά σ ένα καράβι, άραξα σ ένα Ελληνικό ακρογιάλι, ντύθηκα αντάρτης, πήρα τουφέκι, ζώστηκα φεσεκλίκια, έβαλα τσαρούχια και πήγα να πολεμήσω την Τουρκιά............... Ο παπα-Φώτης...(Απόσπασμα απο το Χριστός ξανασταυρώνεται του Ν Καζαντζάκη

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Τα τέσσερα κεριά..//..The four candles


Τα τέσσερα κεριά, έλιωναν, αργά αργά... Το πρώτο κερί είπε: ΕΙΜΑΙ Η ''ΕΙΡΗΝΗ'' Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν: πιστεύω δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω! Κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά! Το δεύτερο κερί είπε: Είμαι η ''ΠΙΣΤΗ'' Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα, και δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο. Κι έτσι ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε και το έσβησε! Με λύπη το τρίτο κερί είπε: Είμαι η ''ΑΓΑΠΗ'' Δεν έχω τη δύναμη να παραμένω αναμμένο. Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι. Χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει! Ξαφνικά... Ένα αγοράκι μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά. Φοβισμένο είπε: Μα τι κάνετε! πρέπει να παραμείνετε αναμμένα, φοβάμαι το σκοτάδι και ξέσπασε σε δάκρυα! Τότε το τέταρτο κερί είπε: Μη φοβάσαι όσο θα είμαι εγώ αναμμένο θα μπορούμε πάντα να ξανανάψουμε τα άλλα τρία κεριά! Είμαι Η ''ΕΛΠΙΔΑ'' Το παιδί πήρε το κερί της ελπίδας, και άναψε πάλι όλα τα άλλα! The four candles, melted, slowly ... The first candle said:'' I AM THE PEACE'' But people fail to maintain with: I do not believe I have left other than to continue to burn! And so he was slowly extinguished entirely! The second candle said:'' I am the Faith'' Unfortunately I do not need anything. People do not want to know about me, and makes no sense to remain lit. So a light breeze blew and died! Sorry the third candle said:'' I am LOVE'' I have the strength to remain lit. People do not realize how important I am. Without waiting for another, the wax was allowed to go out! Suddenly ... A boy entered the room and saw the three unlit candles. Afraid he said: But what you do! must stay on, I fear the darkness and burst into tears! Then the fourth candle said: Do not be afraid as I am I can always be turned on again the other three candles! I'' HOPE'' The child took the candle of hope and lit up again everything else!

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

I LOVE YOU FROM HERE .. AS THE SKY!!!!!!Σ’ ΑΓΑΠΩ ΑΠΟ ΕΔΩ ΩΣ ΤΟΝ… ΟΥΡΑΝΟ!


I LOVE YOU FROM HERE .. AS THE SKY! Σ’ ΑΓΑΠΩ ΑΠΟ ΕΔΩ ΩΣ ΤΟΝ..ΟΥΡΑΝΟ! - Do you love me? I asked the three-year, and ... something more months, my son. - Yes! He replied at once. - How much? Him I asked again. -Toooooso ... I said, opening Both hands of the more able! Dad-You love me? It was his turn to ask me! Too-my love, I told him! -How? He asked again. -From here to heaven, I said with emphasis, looking up! It's off-the sky daddy, she asked naively! Yes, my boy, I answered -Me My hands are not the most open, But he told me and the blow of Heilakis to show me the frustration of that love is not enough ... my own! -When I grow up, my boy, you understand that love is neither large nor small, just love but I told him I was sure that they could understand! -But I'm a big daddy, what I am baby! I told a childhood innocence. A children's naivete that the theme of love will never age. Because the years and never get will not understand the greatness of love. "It's the only good that the more both share the richer you become, as tribes and the more you beg, " I read somewhere. At a difficult time living need to deprive many of all goods, that we enjoyed in the past let us be profligate ... in love! And let's not wait for response Let's not compare, Let's not put limits. The two children's hands, contain the entire universe and not just a poster! ----------------------- ----------------------- Σ’ ΑΓΑΠΩ ΑΠΟ ΕΔΩ ΩΣ ΤΟΝ… ΟΥΡΑΝΟ! – Μ’ αγαπάς; Ρώτησα τον τρίχρονο, και… κάτι μήνες περισσότερο, γιό μου. - Ναι! Μου απάντησε μεμιάς. - Πόσο; Τον ξαναρώτησα. -Τόοοοοσο… μου είπε, ανοίγοντας τα δυο χεράκια του όσο περισσότερο μπορούσε! -Εσύ μπαμπά μ’ αγαπάς; Ήταν η σειρά του να με ρωτήσει! -Πολύ αγάπη μου, του είπα! -Πόσο; Με ρώτησε πάλι. -Από εδώ μέχρι τον ουρανό, του είπα με έμφαση,κοιτάζοντας ψηλά! -Είναι μακριά ο ουρανός μπαμπά, με ρώτησε με αφέλεια! -Ναι αγόρι μου, απάντησα -Εμένα τα χεράκια μου δεν ανοίγουν περισσότερο, όμως μου είπε και φούσκωσε τα χειλάκια του για να μου δείξει την απογοήτευση του που η αγάπη του δεν… φτάνει τη δικιά μου! -Όταν θα μεγαλώσεις αγόρι μου, θα καταλάβεις ότι η αγάπη δεν είναι ούτε μεγάλη, ούτε μικρή, είναι απλά αγάπη, του είπα αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει! -Μα είμαι μεγάλος μπαμπά, τι μωρό είμαι! Μου ΄πε με παιδική αφέλεια. Μια παιδική αφέλεια που στο θέμα της αγάπης δεν πρόκειται ποτέ να ενηλικιωθεί. Γιατί όσο χρονών και να φτάσουμε ποτέ δεν πρόκειται να κατανοήσουμε το μεγαλείο της αγάπης. «Είναι το μοναδικό αγαθό που όσο περισσότερο το μοιράζεσαι τόσο πιο πλούσιος γίνεσαι, και όσο το φυλάς τόσο περισσότερο θα ζητιανεύεις», είχα διαβάσει κάπου. Σε μια δύσκολη εποχή που ζούμε που χρειάζεται να στερηθούμε πολλά από όλα τα αγαθά, που απολαύσαμε στο παρελθόν, ας φανούμε… σπάταλοι στην αγάπη! Και ας μην περιμένουμε ανταπόκριση, ας μην τη συγκρίνουμε, ας μην της βάζουμε όρια. Τα δύο παιδικά χεράκια, περιέχουν ολόκληρο το Σύμπαν και όχι απλά έναν ουρανό!!!

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012


…Ανάμεσα στην Ανατολή και Δύση, στο πιο ιερό γεωγραφικό σταυροδρόμι του κόσμου η Ελλάδα… Δυο τεράστια ανθρώπινα συγκροτήματα. Στο ένα οι άνθρωποι ζούσαν σκλάβοι, χωρίς καμιά ιδέα γι' ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στο άλλο οι άγριοι ζούσαν αναρχούμενοι κι ανοργάνωτοι. Δεν είχαν ιδέα για την κοινωνική αλληλεγγύη και την υποταγή του ατομικού ενστίκτου σε κοινωνικό ρυθμό. Δεν είχε ακόμα ο άνθρωπος βρει το δίκαιο μέτρο, τη δύσκολη και περίπλοκη ισορρόπηση ανάμεσα σκλαβιάς και αναρχίας. Ο άνθρωπος ζούσε ακόμα ως άγριο θηρίο πότε αλυσοδεμένο, ποτέ αχαλίνωτο. Την κρίσιμη αυτή στιγμή παρουσιάστηκε ο "Homo Hellenicus". Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία ο άνθρωπος είδε καθαρά ποιο δρόμο πρέπει ν' ακολουθήσει η ανθρωπότητα. Μήτε δεξιά, στο βάραθρο της σκλαβιάς, μήτε αριστερά, στο βάραθρο της αναρχίας. Ο Έλληνας χάραξε ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στα δύο βάραθρα. Το μονοπάτι της ελευθερίας. Για πρώτη φορά στον πλανήτη τούτο ο άνθρωπος απόκτησε καθαρή συνείδηση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Δε μέθυσε από τα δικαιώματα, δεν εξουθενώθηκε από τις υποχρεώσεις. Βρήκε την τέλεια σύνθεση. Πήρε από τον αναρχούμενο ατομισμό όλα τα γόνιμα στοιχεία, δέχτηκε από την πειθαρχημένη υποταγή, όλα τα γόνιμα στοιχεία και δημιούργησε αυτό το καταπληκτικό θαύμα που ονομάζεται ελευθερία. Ν. Καζαντζάκης